Βόλτα στο Μοσχονήσι

Κάνω βόλτα στο Μοσχονησι, λίγο παραπέρα από το Αϊβαλι, και βλέπω τύπο φαλακρο με μακρύ άσπρο μαλλί και τετραγωνισμενο άσπρο μουστάκι που εάν πλακωνοταν στα γυμναστήρια και στις πρωτεΐνες θα ήταν ο ίδιος ο Χαλκ Χογκαν της αμερικανικής πάλης. Κάθεται σε στενό σοκακι με παρέα συνομηλικων και ταυτόχρονα με την κουβέντα κουκαλιζει 2-3 ανηψητες μπάμιες που κρατά στα χέρια του. Ο τύπος πουλάει μπάμιες και μπαρμπουνοφασουλα που έχει παραδιπλα αραδιασμενα σε μερικές τσάντες. Και τα δύο αγαπημένα λαχανικά και από τους λόγους που περιμένω κάθε χρόνο με λαχτάρα το καλοκαίρι.

Έχω ακούσει ότι η περιοχή είναι γεμάτη μουσουλμανους κρητικούς που βρέθηκαν εκεί με την ανταλλαγή των πληθυσμών και υποδέχονται με θέρμη κάθε ελληνα, πόσο μάλλον τα αδέρφια τους, τους κρητικούς. Για να τους τσιμπήσω, δολωνω ελληνικές λέξεις με κατά το δυνατόν τουρκική ρίζα και πετάω μακρυά το αγκιστρι μου χρησιμοποιώντας μεγάλη ένταση φωνής. ‘Βούλα, να η ευκαιρία να μου κάνεις τις μπάμιες που υποσχεθηκες’ φωνάζω και παίρνω την απάντηση ‘Ναι, μπάμιες’ από το παραδιπλα μέλος της παρέας με εικόνα μάλλον Μαροκινού πάρα Τούρκου ή Έλληνα.

Ξερακιανός με μαντηλι στο κεφάλι, απροσδιόριστης ηλικίας λόγω του ηλιοκαμμενου δέρματος και με 2-3 δόντια να βαστούνε ακόμα. Σκέφτομαι ότι κάτι τσιμπησα και αρχίζω την κουβέντα
– ‘Ξέρεις ελληνικά;’
– ‘Ναι, είμαι κρητικός’
– ‘Και εγώ από την Κρήτη είμαι’ του λέω
– ‘Όϊ εν είσαι’ μου λέει αναγνωριζοντας μάλλον την αδύναμη κρητική προφορά μου.
– ‘Είμαι σου λέω, στο Ηράκλειο κάθομαι, σύ πω που σε;’ απαντώ προσπαθώντας να χρωματισω με λίγο κρητική ντοπιολαλια τα λόγια μου
– ‘Όϊ εγώ, ο παππούς μου ήταν τουρκοκρητικος και ήτανε ερχομένος από το Ρέθεμνος’ συνεχίζει. Θέλοντας να μάθω παραπάνω ρωτώ
– ‘Πω ποιο χωριό ήτανε; Θυμάσαι;’
– ‘Οξω από τη φορτετζα εκαθούντονε’ απαντάει.
Και η σύντομη συνάντηση μας τελειώνει
– ‘Εσένα πώς σε λένε;’
– ‘Εμένα; Χακί’ μου λέει
– ‘Έλα να βγάλουμε μια φωτογραφία μαζί για να σε θυμουμαι’ του λέω…

Μοιραστείτε: